Saturday, 15 September 2007

Ποίηση

ΕΡΩΤΑ ΑΝΑΙΔΕΙΑ

Μορφές χλωμές
ειδώλων
και φεγγαριών
αναιμικές αναπνοές
βαρύγδουπες
μ’ ηχούς και σιωπής
πλουμίδια,
μικρές κοφτές ανάσες
στηθειών μαρμαρωμένων
με Δωρικά κιονόκρανα
και δόσεις ειμαρμένης
μπόρεσες άραγε
σ’ αναφοράς καλέσματα
και χρόνους διαλειμμάτων
να καλέσεις.
Μιλάς γι’ αυτές
κι αυτές μιλούν για’ σένα
κι εσύ
κινήσεις χειλικές
μιάς μαριονέτας
και εύηχα φωνήεντα
με τοκετού σπασμούς
ασάρκωτους
νόθα γεννάς.
Της σιωπής σου καν’ της έρωτα
μ’ αναίδεια
και φεγγαριών ανάσες.

Ποίηση

Σφύριγμα

Άγγιξα
την κουπαστή της σκάλας
κατεβάζοντας τις λύπες μου
στο ισόγειο.
Τις σκούπισα στο χαλάκι,
στην έξοδο,
προσεχτικά και στοργικά
μη λερωθούν απ’ τις αδέσποτες
του δρόμου.
Πετάξανε στην τύχη
σ’ ενός ενοίκου το κουτί
με γραμματόσημο μια ανάσα μου
ανέμελη.
Η ώρα είναι να νοιαστούνε κι’ άλλοι
για τέτοιες λύπες, τυπικές
και βολικές
τούτου του κόσμου.
Το σφύριγμά μου
τρέχοντας μπροστά
στο δρόμο κύλησε.

Σκέψεις


Ποίηση

Amas veritas

Τώρα που η πληγή
βουτήχτηκε στ’αλάτι
ικετεύοντας ιάματα
σε κόψεις νυχτωμένων κορφών
ακούραστη από τύψεις
σαν κούνια παιδική
αμόλευτη
γυρίζεις το κλειδί
ν’ανοίξεις
με κίτρινα νύχια , καπνιστού
αρειμάνιου
και με τα ίδια τα κοπίδια θα χαράξεις
πάλι τα λόγια τα σκληρά
τα βρώμικα που μού’πες.
Στην πόρτα τρέχω
την πληγή μου
πιο κοντά να φέρω.

Ποίηση

Πόδια Στρογγυλά

Μέσα απ’ το νερένιο μάτι του ποτηριού
μετράω τις γόπες στο τασάκι.
Γίγαντες
απομεινάρια της προσμονής σου
και της ελπίδας.
Το κόκκινο φουστάνι σου
σταματάει την καρδιά μου,
σαν σήμα,τα στρογγυλά πόδια
των άχρωμων σιδερένιων κουτιών
που εξουσιάζει.
Δεν είσαι εσύ,
νόμισα,
ένα τσιγάρο ακόμα,
ακόμα μια μικρή
αργοπορημένη άνοιξη.

Xylokastro